ευθαλής

(I)
-ές (ΑΜ εὐθαλής, -ές)
αυτός που έχει πλούσια βλάστηση, ανάπτυξη, ο θαλερός (α. «τοῑς εὐθαλέσι τῶν δένδρων», Πλούτ.
β. «εβλάστησεν η κόρη... και ευθαλής», Διγ. Ακρ.)
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐθαλές
η θαλερότητα («τὸ εὐθαλὲς τῆς ψυχῆς», Φίλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -θαλής (< θάλος < θάλλω), πρβλ. αμφι-θαλής].
————————
(II)
εὐθαλής, -ές (Α)
(δωρ. τ.) εὐθηλής
ακμαίος, ανθηρός, άφθονος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. χρησιμοποιείται αντί τού ευθηλής και εμφανίζει την εκτεταμένη βαθμίδα θαλ- ή θηλ- τού θ. θαλ- (πρβλ. ερι-θηλής, ευ-θηλής, νεο-θηλής)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐθαλής — blooming masc/fem nom sg εὐθᾱλής , εὐθαλής blooming masc/fem nom sg εὐθᾱλής , εὐθηλής masc/fem nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθαλῆ — εὐθαλής blooming neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐθαλής blooming masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐθαλής blooming masc/fem acc sg (attic epic doric) εὐθᾱλῆ , εὐθαλής blooming neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐθᾱλῆ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθαλέστερον — εὐθαλής blooming adverbial comp εὐθαλής blooming masc acc comp sg εὐθαλής blooming neut nom/voc/acc comp sg εὐθᾱλέστερον , εὐθαλής blooming adverbial comp εὐθᾱλέστερον , εὐθαλής blooming masc acc comp sg εὐθᾱλέστερον , εὐθαλής blooming neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθαλεστάτων — εὐθαλής blooming fem gen superl pl εὐθαλής blooming masc/neut gen superl pl εὐθᾱλεστάτων , εὐθαλής blooming fem gen superl pl εὐθᾱλεστάτων , εὐθαλής blooming masc/neut gen superl pl εὐθᾱλεστάτων , εὐθηλής fem gen superl pl (doric)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθαλέα — εὐθαλής blooming neut nom/voc/acc pl (epic ionic) εὐθαλής blooming masc/fem acc sg (epic ionic) εὐθᾱλέα , εὐθαλής blooming neut nom/voc/acc pl (epic ionic) εὐθᾱλέα , εὐθαλής blooming masc/fem acc sg (epic ionic) εὐθᾱλέα , εὐθηλής neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθαλές — εὐθαλής blooming masc/fem voc sg εὐθαλής blooming neut nom/voc/acc sg εὐθᾱλές , εὐθαλής blooming masc/fem voc sg εὐθᾱλές , εὐθαλής blooming neut nom/voc/acc sg εὐθᾱλές , εὐθηλής masc/fem voc sg (doric) εὐθᾱλές , εὐθηλής neut nom/voc/acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθαλέστατα — εὐθαλής blooming adverbial superl εὐθαλής blooming neut nom/voc/acc superl pl εὐθᾱλέστατα , εὐθαλής blooming adverbial superl εὐθᾱλέστατα , εὐθαλής blooming neut nom/voc/acc superl pl εὐθᾱλέστατα , εὐθηλής adverbial superl (doric) εὐθᾱλέστατα …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθαλέστατον — εὐθαλής blooming masc acc superl sg εὐθαλής blooming neut nom/voc/acc superl sg εὐθᾱλέστατον , εὐθαλής blooming masc acc superl sg εὐθᾱλέστατον , εὐθαλής blooming neut nom/voc/acc superl sg εὐθᾱλέστατον , εὐθηλής masc acc superl sg (doric)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθαλεστάτην — εὐθαλής blooming fem acc superl sg (attic epic ionic) εὐθᾱλεστάτην , εὐθαλής blooming fem acc superl sg (attic epic ionic) εὐθᾱλεστάτην , εὐθηλής fem acc superl sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθαλεστάτης — εὐθαλής blooming fem gen superl sg (attic epic ionic) εὐθᾱλεστάτης , εὐθαλής blooming fem gen superl sg (attic epic ionic) εὐθᾱλεστάτης , εὐθηλής fem gen superl sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.